Ελαφρώς αυξημένος ο κίνδυνος επιπλοκών στην κύηση για τις γυναίκες που γεννάνε μετά από εξωσωματική

Οι γυναίκες που έχουν κάνει θεραπεία υπογονιμότητας, ιδιαίτερα εξωσωματική γονιμοποίηση, είναι πιθανότερο να εμφανίσουν σοβαρές επιπλοκές κατά την εγκυμοσύνη τους, σύμφωνα με μια νέα καναδική επιστημονική έρευνα. Οι επιπλοκές περιλαμβάνουν σοβαρή επιλόχεια αιμορραγία, σήψη και εισαγωγή σε μονάδα εντατικής θεραπείας.
Οι Καναδοί ερευνητές, με επικεφαλής τη δρα Ναταλί Νταγιάν του Ινστιτούτου Ερευνών του Κέντρου Υγείας του Πανεπιστημίου ΜακΓκιλ του Μόντρεαλ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό CMAJ της Καναδικής Ιατρικής Ένωσης, ανέλυσαν στοιχεία για 11.546 τοκετούς με υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και 47.553 φυσιολογικούς.
«Βρήκαμε ότι οι γυναίκες που έκαναν θεραπεία υπογονιμότητας, ιδίως εξωσωματική γονιμοποίηση, είχαν περίπου 40% μεγαλύτερη πιθανότητα για σοβαρή επιπλοκή κύησης, σε σύγκριση με τις γυναίκες που γέννησαν χωρίς τέτοια θεραπεία», δήλωσε η Νταγιάν.
Πρόσθεσε όμως ότι «είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως ο απόλυτος αριθμός γυναικών που εμφανίζουν τέτοιες επιπλοκές, παραμένει αρκετά μικρός, πράγμα που σημαίνει ότι για τις περισσότερες γυναίκες που δεν μπορούν να συλλάβουν με φυσιολογικό τρόπο, η θεραπεία υπογονιμότητας είναι μια πολύ ασφαλής και αποτελεσματική μέθοδος για να μείνουν έγκυες και να αποκτήσουν παιδί».
Η μελέτη βρήκε ότι το ποσοστό σοβαρών μητρικών επιπλοκών κατά την κύηση ήταν 30,8 για κάθε 1.000 τοκετούς μετά από θεραπεία υπογονιμότητας, ενώ για τους φυσιολογικούς τοκετούς ήταν 22,2 ανά 1.000. Ο κίνδυνος ήταν αυξημένος στις περιπτώσεις εξωσωματικής γονιμοποίησης, αλλά όχι άλλων μορφών θεραπείας υπογονιμότητας.
Η έρευνα επιβεβαίωσε ευρήματα προηγούμενων μελετών ότι η μεγάλη ηλικία της εγκύου (άνω των 40 ετών), καθώς και η κυοφορία διδύμων ή τριδύμων, αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών.
Η θεραπεία υπογονιμότητας συνήθως γίνεται σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, ενώ αυξάνει επίσης την πιθανότητα η γυναίκα να κυοφορήσει περισσότερα από ένα έμβρυα. Τα τελευταία χρόνια οι κλινικές γονιμότητας επιλέγουν συνήθως να εμφυτεύουν ένα μόνο γονιμοποιημένο έμβρυο στη μήτρα, ώστε να αποφευχθούν οι κίνδυνοι της πολλαπλής εγκυμοσύνης.
Οι σοβαρές επιπλοκές συνήθως είναι ξαφνικές και δύσκολο να προβλεφθούν, γι’ αυτό είναι σημαντικό να εντοπίζονται εκ των προτέρων οι έγκυες που μπορεί να κινδυνεύουν περισσότερο.
Τα παιδιά που γεννιούνται με την τεχνική της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο για εμφάνιση καρκίνου, σε σχέση με τα υπόλοιπα παιδιά, σύμφωνα με μια νέα ολλανδική επιστημονική έρευνα, την πρώτη που εξέτασε σε μεγάλο βάθος χρόνου τον κίνδυνο καρκίνου για τα παιδιά που δεν συλλαμβάνονται με φυσιολογικό τρόπο.
Έως τώρα υπήρχαν αντικρουόμενα στοιχεία κατά πόσο η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου. Για πρώτη φορά μια μελέτη παρακολούθησε ένα μεγάλο αριθμό παιδιών (47.690, εκ των οποίων τα 24.269 γεννήθηκαν με υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, ενώ τα 231 εμφάνισαν καρκίνο) για μεγάλο χρονικό διάστημα (21 χρόνια κατά μέσο όρο). Η έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος καρκίνου είναι ίδιος σε γενικές γραμμές με τον κίνδυνο στο γενικό πληθυσμό.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής την καθηγήτρια Φλόρα βαν Λιούβεν, επικεφαλής του Τμήματος Επιδημιολογίας του Ινστιτούτου Καρκίνου της Ολλανδίας στο ‘Αμστερνταμ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό “Human Reproduction” της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ανθρώπινης Αναπαραγωγής και Εμβρυολογίας, ανέλυσαν στοιχεία από 12 ολλανδικές κλινικές γονιμότητας.
Ο κίνδυνος καρκίνου βρέθηκε να είναι ελαφρώς αυξημένος -αν και όχι σε στατιστικά σημαντικό βαθμό- στα παιδιά που έχουν γεννηθεί με τη μέθοδο της μικρογονιμοποίησης ή ενδοκυτταροπλασμικής έγχυσης σπέρματος (ICSI), καθώς και σε όσα έχουν προέλθει από έμβρυα που είχαν καταψυχθεί πριν τη χρησιμοποίησή τους στη θεραπεία γονιμότητας.
Διαπιστώθηκε μια πολύ μικρή και όχι στατιστικά σημαντική αύξηση του κινδύνου για λεμφοβλαστική λευχαιμία και για μελάνωμα, όμως, σύμφωνα με τον ερευνήτρια Μάντι Σπάαν, τα ευρήματα αυτά μπορεί να οφείλονται στην τύχη, γι’ αυτό πρέπει να ερμηνευθούν με επιφύλαξη.
«Τα ευρήματα παρέχουν καθησυχαστικές ενδείξεις ότι τα παιδιά που συλλαμβάνονται μετά από θεραπείες γονιμότητας, δεν έχουν αυξημένο κίνδυνο καρκίνου μετά από μέση παρακολούθηση 21 ετών. Παρόλα αυτά, καθώς ολοένα περισσότερα παιδιά γεννιούνται μέσω μικρογονιμοποίησης και κρυοσυντήρησης των εμβρύων, ο μακροπρόθεσμος κίνδυνος καρκίνου θα πρέπει να διερευνηθεί σε μεγαλύτερους αριθμούς παιδιών», δήλωσε η βαν Λιούβεν.





