ΗΠΑ: Σε ισχύ οι επιπρόσθετοι δασμοί σε κινεζικές εισαγωγές – Απειλεί με αντίποινα η Κίνα

Η απειλή των ΗΠΑ έγινε πραγματικότητα. Εδώ και λίγη ώρα οι δασμοί σε κινεζικές εισαγωγές 200 δισ. δολαρίων έχουν υπερδιπλασιαστεί σε μία ραγδαία κλιμάκωση του «πολέμου» των δύο μεγάλων οικονομιών του πλανήτη. Με αντίποινα θα απαντήσει το Πεκίνο.
Η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε ότι οι δασμοί αυξήθηκαν στο 25% από 10%, με την Κίνα να εκφράζει «βαθιά απογοήτευση» και να δηλώνει ότι είναι υποχρεωμένη «να λάβει τα απαραίτητα αντί-μετρα». Να σημειωθεί οτι ο Τραμπ απειλεί και με νέους δασμούς 25% στις υπόλοιπες κινεζικές εισαγωγές.
«Η Κίνα λυπάται βαθιά» όμως «δεν έχει άλλη καμία επιλογή παρά να λάβει μέτρα ανταπόδοσης» απάντησε το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου, χωρίς ωστόσο να δώσει διευκρινίσεις για το ποια θα είναι τα μέτρα.
Όλα αυτά την ώρα που υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι των δύο χωρών εξακολουθούν να διαπραγματεύονται στην Ουάσιγκτον με στόχο να διασώσουν τις έως τώρα προσπάθειες για μία συμφωνία.
Μόλις και πριν από μία εβδομάδα οι δύο πλευρές εμφανίζονταν να είναι μία ανάσα από τoν συμβιβασμό, που περίμενε όλος ο πλανήτης για να δει το εμπόριο και τις οικονομίες να ανακάμπτουν.
Ωστόσο σύμφωνα με την αμερικανική κυβέρνηση οι Κινέζοι επιχείρησαν την τελευταία στιγμή να αλλάξουν τη φρασεολογία της συμφωνίας σε αρκετά σημεία, κάνοντας ουσιαστικά πίσω σε καίριες δεσμεύσεις. Το αποτέλεσμα ήταν δύο οργισμένα tweet του Τραμπ και σκέψεις των Κινέζων αξιωματούχων να αναβάλλουν το ταξίδι τους στις ΗΠΑ.
Αυτό τελικά πραγματοποιήθηκε κανονικά, αλλά οι χθεσινές συνομιλίες δεν φάνηκε να οδηγούν κάπου.
Ο αντιπρόεδρος της κινεζικής κυβέρνησης Λίου Χε, ο αντιπρόσωπος των ΗΠΑ για το εμπόριο (USTR) Ρόμπερτ Λαϊτχάιζερ και ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Στίβεν Μνούτσιν είχαν συνομιλίες για περίπου 90 λεπτά χθες και μετά την ολοκλήρωσή τους δεν έγιναν δηλώσεις στους δημοσιογράφους.
Σήμερα οι συζητήσεις συνεχίζονται με τους ειδικούς να επισημαίνουν ότι τίποτα ακόμη δεν έχει χαθεί.
Η αντίδραση των αγορών είναι προς το παρόν αμήχανη. Πολλά θα εξαρτηθούν από το είδος και την έκταση των κινεζικών αντιποίνων.
Ο δεκάμηνος εμπορικός πόλεμος μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη έχει κοστίσει δισεκατομμύρια δολάρια σε εταιρείες των δύο χωρών. Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εμπορίου της Κίνας Γκάο Φενγκ δήλωσε ότι η απόφαση του Πεκίνου ο Λίου να στείλει αντιπροσωπεία του στην Ουάσιγκτον παρά την αναγγελθείσα αύξηση των δασμών δείχνει την «απόλυτη ειλικρίνεια» της Κίνας ως προς την προσέγγισή της στη διένεξη. «Η αμερικανική πλευρά μας φόρεσε πολλές ταμπέλες πρόσφατα, μίλησε για “υπαναχώρηση”, για “προδοσία” κ.ά. Η Κίνα βασίζεται στην αξιοπιστία της, τηρεί τις υποσχέσεις της και δεν έχει αλλάξει ποτέ», είπε.
Ανησυχία στην ΕΕ
Οι φόβοι για νέα επιβράδυνση που εκφράζουν οι τεχνοκράτες των Βρυξελλών έχουν δύο σημεία αναφοράς.
Η ΕΕ ως ενιαία οικονομική οντότητα είναι μια καθαρά εξαγωγική οικονομία. Ένα εμπορικός πόλεμος μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη θα επηρεάσει άμεσα και τις εξαγωγές της όχι μόνο προς τους δύο μονομάχους, αλλά σε όλες τις χώρες του κόσμου, αφού κανείς δεν θα μείνει ανεπηρέαστος σε μια τέτοια κρίση Το μεγαλύτερο πρόβλημα θα αντιμετώπιζαν πολλές ευρωπαϊκές πολυεθνικές εταιρίες που έχουν δραστηριότητα και στην Αμερική και στην Ασία.
Η δεύτερη ζημιά που γίνεται αυτό το διάστημα είναι ότι πάει πίσω η προσπάθεια να υπάρξει μια σταθερή συμφωνία με την Κίνα. Η ΕΕ μετά την πρώτη αύξηση των δασμών τον περασμένο Ιούλιο, ανέλαβε πρωτοβουλία για διαπραγμάτευση για σταθερές εξαγωγές προς την μεγάλη ασιατική χώρα, ώστε να διασφαλίσει ότι δεν θα έχει απώλειες από τον εμπορικό πόλεμο της με τις ΗΠΑ.
Ωστόσο, η ένταση στις συνομιλίες μεταξύ των διαπραγματευτών των Ηνωμένων Πολιτειών και του Πεκίνου έχουν παγώσει και την εμπορική διαπραγμάτευση και με την Κίνα που είχε ξεκινήσει πριν το τέλος του 2018. Τις τελευταίες δύο εβδομάδες οι συνομιλίες με την ΕΕ έχουν διακοπεί και το κύριο βάρος των Κινέζων έχει επικεντρωθεί στην συνομιλίες με τις ΗΠΑ.
Η δεύτερη μεγάλη απώλεια θα είναι σε επίπεδο κεφαλαιαγορών και χρηματαγορών καθώς τα παγκοσμιοποιημένα χρηματιστήρια των Ευρωπαϊκών χωρών είναι άμεσα συνδεδεμένα με την Wall Street.
Επίσης, το υψηλό δημόσιο χρέος κάποιων Ευρωπαϊκών χωρών όπως της Ελλάδας και της Ιταλίας η οποία βρίσκεται ξανά στα πρόθυρα οικονομικής κρίσης θα δέχονταν ισχυρές πιέσεις από κερδοσκοπικά κεφάλαια που θα έσπευδαν να κερδίσουν από την αναταραχή.





